Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cargar
01
φορτίζω, φορτώνω
poner energía en un aparato eléctrico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
carga
ενεστώτα μετοχή
cargando
απλός αόριστος
cargué
παθητική μετοχή
cargado
Παραδείγματα
¿ La batería ya está cargada?
Η μπαταρία είναι ήδη φορτισμένη ;
02
ανεβάζω, μεταφέρω
transferir datos o archivos desde un dispositivo local a un sistema remoto o a internet
Παραδείγματα
Cargué por error la versión antigua del archivo, tengo que subir la nueva.
Φορτώσω κατά λάθος την παλιά έκδοση του αρχείου, πρέπει να φορτώσω τη νέα.



























