Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cargar
01
φορτίζω, φορτώνω
poner energía en un aparato eléctrico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
carga
ενεστώτα μετοχή
cargando
απλός αόριστος
cargué
παθητική μετοχή
cargado
Παραδείγματα
Necesito cargar mi teléfono.
Πρέπει να φορτίσω το τηλέφωνό μου.
02
ανεβάζω, μεταφέρω
transferir datos o archivos desde un dispositivo local a un sistema remoto o a internet
Παραδείγματα
Voy a cargar las fotos de las vacaciones al álbum familiar en la nube.
Πρόκειται να ανεβάσω τις φωτογραφίες των διακοπών στο οικογενειακό άλμπουμ στο σύννεφο.



























