cargar
car
kaɾ
kar
gar
ˈɣaɾ
ghar
cardar

Ορισμός και σημασία του "cargar"στα ισπανικά

cargar
01

φορτίζω, φορτώνω

poner energía en un aparato eléctrico 
cargar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
carga
ενεστώτα μετοχή
cargando
απλός αόριστος
cargué
παθητική μετοχή
cargado
Παραδείγματα
Necesito cargar mi teléfono. 

Πρέπει να φορτίσω το τηλέφωνό μου.

02

ανεβάζω, μεταφέρω

transferir datos o archivos desde un dispositivo local a un sistema remoto o a internet 
cargar definition and meaning
Παραδείγματα
Voy a cargar las fotos de las vacaciones al álbum familiar en la nube. 

Πρόκειται να ανεβάσω τις φωτογραφίες των διακοπών στο οικογενειακό άλμπουμ στο σύννεφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store