Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apretar
[past form: apreté][present form: aprieto]
01
σφίγγω, πιέζω
hacer presión sobre algo con fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aprieto
γ΄ ενικό πρόσωπο
aprieta
ενεστώτα μετοχή
apretando
απλός αόριστος
apreté
παθητική μετοχή
apretado
Παραδείγματα
El zapato me aprieta y me hace daño.
Το παπούτσι με σφίγγει και με πονάει.



























