Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El arrendador
[gender: masculine]
01
ενοικιαστής, ιδιοκτήτης
persona que alquila una propiedad a otra
Παραδείγματα
Mi arrendador vive en otra ciudad.
Ο ιδιοκτήτης μου ζει σε άλλη πόλη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ενοικιαστής, ιδιοκτήτης