el arrendador
arrendador
aren̪daðoɾ
arendadhor
bronceadorprovocadorcompositorconsumidor

Ορισμός και σημασία του "arrendador"στα ισπανικά

01

ενοικιαστής, ιδιοκτήτης

persona que alquila una propiedad a otra 
el arrendador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrendadores
Παραδείγματα
El arrendador subió el precio del alquiler. 

Ο ιδιοκτήτης αύξησε την τιμή της ενοικίασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store