Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El arrendador
01
ενοικιαστής, ιδιοκτήτης
persona que alquila una propiedad a otra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrendadores
Παραδείγματα
El arrendador subió el precio del alquiler.
Ο ιδιοκτήτης αύξησε την τιμή της ενοικίασης.



























