el apetito
a
a
a
pe
pe
pe
ti
ˈti
ti
to
to
to
perritogranitoburritografito

Ορισμός και σημασία του "apetito"στα ισπανικά

01

όρεξη, πείνα

deseo o ganas de comer 
el apetito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Tengo mucho apetito después de hacer ejercicio. 

Έχω πολλή όρεξη μετά την άσκηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store