Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sed
01
δίψα
sensación que indica la necesidad de beber agua u otro líquido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La sed desaparece cuando bebes agua.
Η δίψα εξαφανίζεται όταν πίνεις νερό.



























