Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El autoservicio
01
εστιατόριο self-service, καφετέρια self-service
establecimiento donde los clientes se sirven a sí mismos sin ayuda directa del personal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
autoservicios
Παραδείγματα
Comimos en un autoservicio cerca del trabajo.
Φάγαμε σε ένα εστιατόριο με self-service κοντά στη δουλειά.



























