la fama
fa
ˈfa
fa
ma
ma
ma
camamamaramallama

Ορισμός και σημασία του "fama"στα ισπανικά

01

φήμη, δημοτικότητα

reconocimiento o popularidad que tiene una persona o cosa entre muchas personas 
la fama definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ella ganó fama por su talento en la música. 

Κέρδισε φήμη λόγω του ταλέντου της στη μουσική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store