Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exprimir
01
στύβω, πιέζω
aplicar presión para sacar el jugo o líquido de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exprime
ενεστώτα μετοχή
exprimiendo
απλός αόριστος
exprimí
παθητική μετοχή
exprimido
Παραδείγματα
Voy a exprimir una naranja para el desayuno.
Πρόκειται να στύψω ένα πορτοκάλι για το πρωινό.



























