exprimir
exp
eksp
εκσπ
ri
ɾi
ρι
mir
ˈmiɾ
μιρ
imprimiradvertirconcebirconducir

Ορισμός και σημασία του "exprimir"στα ισπανικά

exprimir
01

στύβω, πιέζω

aplicar presión para sacar el jugo o líquido de algo 
exprimir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exprime
ενεστώτα μετοχή
exprimiendo
απλός αόριστος
exprimí
παθητική μετοχή
exprimido
Παραδείγματα
Voy a exprimir una naranja para el desayuno. 

Πρόκειται να στύψω ένα πορτοκάλι για το πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store