indigesto
in
in
in
di
di
di
ges
ˈxes
khes
to
to
to
dispuestosupuestomanifiestoexpuesto

Ορισμός και σημασία του "indigesto"στα ισπανικά

01

δύσπεπτος, δύσκολος στην πέψη

que resulta difícil de digerir 
indigesto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más indigesto
συγκριτικός βαθμός
más indigesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indigesto
αρσενικό πληθυντικό
indigestos
θηλυκό ενικό
indigesta
θηλυκό πληθυντικό
indigestas
Παραδείγματα
Esa comida frita es muy indigesta. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store