Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anticipado
01
πρόωρος, προγραμματισμένος νωρίτερα
que ocurre antes del tiempo esperado o previsto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más anticipado
συγκριτικός βαθμός
más anticipado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anticipado
αρσενικό πληθυντικό
anticipados
θηλυκό ενικό
anticipada
θηλυκό πληθυντικό
anticipadas
Παραδείγματα
El parto fue anticipado y no esperábamos que llegara tan pronto.
Ο τοκετός ήταν πρόωρος και δεν περιμέναμε ότι θα έρθει τόσο σύντομα.
02
προκαταβολικός, πρόωρος
hecho o recibido antes del tiempo previsto
Παραδείγματα
El pago anticipado reduce el costo total.
Η προκαταβολική πληρωμή μειώνει το συνολικό κόστος.



























