Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anticipado
01
πρόωρος, προγραμματισμένος νωρίτερα
que ocurre antes del tiempo esperado o previsto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más anticipado
συγκριτικός βαθμός
más anticipado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anticipado
αρσενικό πληθυντικό
anticipados
θηλυκό ενικό
anticipada
θηλυκό πληθυντικό
anticipadas
Παραδείγματα
La graduación fue anticipada debido a la pandemia.
Η αποφοίτηση προηγήθηκε λόγω της πανδημίας.
02
προκαταβολικός, πρόωρος
hecho o recibido antes del tiempo previsto
Παραδείγματα
La aprobación anticipada agilizó el proceso.
Η προκαταρκτική έγκριση επιτάχυνε τη διαδικασία.



























