cotizar
Pronunciation
/kˌotiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "cotizar"στα ισπανικά

cotizar
01

πληρώνω εισφορές, συνεισφέρω

pagar o aportar dinero regularmente, especialmente a la seguridad social o al sistema de pensiones
cotizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cotizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cotiza
ενεστώτα μετοχή
cotizando
απλός αόριστος
coticé
παθητική μετοχή
cotizado
Παραδείγματα
Los autónomos también deben cotizar a la seguridad social.
Οι αυτοαπασχολούμενοι πρέπει επίσης να συνεισφέρουν στην κοινωνική ασφάλιση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store