Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cotizar
01
πληρώνω εισφορές, συνεισφέρω
pagar o aportar dinero regularmente, especialmente a la seguridad social o al sistema de pensiones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cotizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cotiza
ενεστώτα μετοχή
cotizando
απλός αόριστος
coticé
παθητική μετοχή
cotizado
Παραδείγματα
Los autónomos también deben cotizar a la seguridad social.
Οι αυτοαπασχολούμενοι πρέπει επίσης να συνεισφέρουν στην κοινωνική ασφάλιση.



























