Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ajeno
01
ασύνδετος
que no pertenece o no tiene relación con algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más ajeno
συγκριτικός βαθμός
más ajeno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ajeno
αρσενικό πληθυντικό
ajenos
θηλυκό ενικό
ajena
θηλυκό πληθυντικό
ajenas
Παραδείγματα
No aceptes responsabilidades ajenas a tu trabajo.
Μην αποδέχεστε ευθύνες ξένες στη δουλειά σας.



























