Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
competitivo
01
ανταγωνιστικός, ανταγωνιστικό
que implica competencia o rivalidad para ganar o conseguir algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más competitivo
συγκριτικός βαθμός
más competitivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
competitivo
αρσενικό πληθυντικό
competitivos
θηλυκό ενικό
competitiva
θηλυκό πληθυντικό
competitivas
Παραδείγματα
El mercado laboral es muy competitivo hoy en día.
Η αγορά εργασίας είναι πολύ ανταγωνιστική σήμερα.



























