Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cotizado
01
πολύ ζητούμενος, πολύτιμος
que tiene mucha demanda o es muy valorado en un mercado o ámbito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cotizado
συγκριτικός βαθμός
más cotizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cotizado
αρσενικό πληθυντικό
cotizados
θηλυκό ενικό
cotizada
θηλυκό πληθυντικό
cotizadas
Παραδείγματα
Las entradas para el concierto están cotizadas y se venden rápido.
Τα εισιτήρια για τη συναυλία είναι πολύτιμα και πουλιούνται γρήγορα.



























