cotizado
co
ko
ko
ti
ˈti
ti
za
θa
tha
do
ðo
dho
arrugadorebozadoalentadoinvitado

Ορισμός και σημασία του "cotizado"στα ισπανικά

01

πολύ ζητούμενος, πολύτιμος

que tiene mucha demanda o es muy valorado en un mercado o ámbito 
cotizado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cotizado
συγκριτικός βαθμός
más cotizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cotizado
αρσενικό πληθυντικό
cotizados
θηλυκό ενικό
cotizada
θηλυκό πληθυντικό
cotizadas
Παραδείγματα
Es un profesional muy cotizado en su área. 

Είναι ένας πολύ ζητούμενος επαγγελματίας στον τομέα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store