cotizado
Pronunciation
/kˌotiθˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "cotizado"στα ισπανικά

01

πολύ ζητούμενος, πολύτιμος

que tiene mucha demanda o es muy valorado en un mercado o ámbito
cotizado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cotizado
συγκριτικός βαθμός
más cotizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cotizado
αρσενικό πληθυντικό
cotizados
θηλυκό ενικό
cotizada
θηλυκό πληθυντικό
cotizadas
Παραδείγματα
Las entradas para el concierto están cotizadas y se venden rápido.
Τα εισιτήρια για τη συναυλία είναι πολύτιμα και πουλιούνται γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store