Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subrayar
01
υπογραμμίζω
dibujar una línea debajo de una palabra o frase para destacarla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
subrayo
γ΄ ενικό πρόσωπο
subraya
ενεστώτα μετοχή
subrayando
απλός αόριστος
subrayé
παθητική μετοχή
subrayado
Παραδείγματα
Por favor, subraya el título del capítulo.
Παρακαλώ υπογραμμίστε τον τίτλο του κεφαλαίου.
02
υπογραμμίζω
dar énfasis a una idea
Παραδείγματα
Ella subrayó su punto con un ejemplo claro.
Τόνισε την άποψή της με ένα σαφές παράδειγμα**.



























