Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deducir
01
συμπεραίνω
llegar a una conclusión lógica a partir de datos o información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
deduzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
deduce
ενεστώτα μετοχή
deduciendo
απλός αόριστος
deduje
παθητική μετοχή
deducido
Παραδείγματα
Puedo deducir que no viniste porque estabas enfermo.
Μπορώ να συμπεράνω ότι δεν ήρθες επειδή ήσουν άρρωστος.
LanGeek



























