Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nombrar
01
αναφέρω
hacer referencia a alguien o algo con palabras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
nombro
γ΄ ενικό πρόσωπο
nombra
ενεστώτα μετοχή
nombrándose
απλός αόριστος
nombré
παθητική μετοχή
nombrado
Παραδείγματα
El profesor nombró a varios autores importantes durante la clase.
Ο καθηγητής ανέφερε αρκετούς σημαντικούς συγγραφείς κατά τη διάρκεια του μαθήματος.



























