el conocimiento
Pronunciation
/kˌonoθimjˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "conocimiento"στα ισπανικά

El conocimiento
[gender: masculine]
01

γνώση, κατανόηση

información o comprensión que una persona tiene sobre un tema
el conocimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conocimientos
Παραδείγματα
Necesito más conocimiento para entender este tema.
Χρειάζομαι περισσότερες γνώσεις για να καταλάβω αυτό το θέμα.

Λεξικό Δέντρο

conocimiento

cono

+

cimiento

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store