Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El conocimiento
[gender: masculine]
01
γνώση, κατανόηση
información o comprensión que una persona tiene sobre un tema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conocimientos
Παραδείγματα
Necesito más conocimiento para entender este tema.
Χρειάζομαι περισσότερες γνώσεις για να καταλάβω αυτό το θέμα.
Λεξικό Δέντρο
conocimiento
cono
cimiento



























