Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aconsejar
01
συμβουλεύω
dar una recomendación o sugerencia a alguien sobre qué hacer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aconsejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aconseja
ενεστώτα μετοχή
aconsejando
απλός αόριστος
aconsejé
παθητική μετοχή
aconsejado
Παραδείγματα
Te aconsejo que estudies para el examen.
Σου συμβουλεύω να μελετήσεις για τις εξετάσεις.



























