Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aconsejar
[past form: aconsejé][present form: aconsejo]
01
συμβουλεύω
dar una recomendación o sugerencia a alguien sobre qué hacer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aconsejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aconseja
ενεστώτα μετοχή
aconsejando
απλός αόριστος
aconsejé
παθητική μετοχή
aconsejado
Παραδείγματα
El entrenador aconseja practicar todos los días.
Ο προπονητής συμβουλεύει να ασκείται κανείς κάθε μέρα.



























