Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abandonar
01
εγκαταλείπω τις σπουδές, αφήνω το σχολείο πρόωρα
dejar los estudios antes de terminarlos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abandono
γ΄ ενικό πρόσωπο
abandona
ενεστώτα μετοχή
abandonando
απλός αόριστος
abandoné
παθητική μετοχή
abandonado
Παραδείγματα
Ella abandonó la universidad en su segundo año.
Αυτή εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο στο δεύτερο έτος της.
02
αποσύρω
dejar voluntariamente una posición, responsabilidad o actividad
Παραδείγματα
Ella abandonó la competencia antes de la final.
Αυτή αποχώρησε από τον διαγωνισμό πριν από τον τελικό.



























