Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abandonar
01
εγκαταλείπω τις σπουδές, αφήνω το σχολείο πρόωρα
dejar los estudios antes de terminarlos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abandono
γ΄ ενικό πρόσωπο
abandona
ενεστώτα μετοχή
abandonando
απλός αόριστος
abandoné
παθητική μετοχή
abandonado
Παραδείγματα
Ella decidió no abandonar y terminó su carrera.
Αποφάσισε να μην εγκαταλείψει και ολοκλήρωσε την καριέρα της.
02
αποσύρω
dejar voluntariamente una posición, responsabilidad o actividad
Παραδείγματα
El nadador abandonó la final por fatiga.
Ο κολυμβητής αποχώρησε από τον τελικό λόγω κόπωσης.



























