previsor
pre
pɾe
pre
vi
βi
bi
sor
ˈsoɾ
sor
ruiseñorbateadorluchadorportador

Ορισμός και σημασία του "previsor"στα ισπανικά

01

προνοητικός, προσεκτικός

que piensa y actúa con anticipación para evitar problemas 
previsor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más previsor
συγκριτικός βαθμός
más previsor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
previsor
αρσενικό πληθυντικό
previsores
θηλυκό ενικό
previsora
θηλυκό πληθυντικό
previsoras
Παραδείγματα
Él es muy previsor y siempre lleva un paraguas. 

Είναι πολύ προνοητικός και πάντα κουβαλάει μια ομπρέλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store