la emoción
e
e
e
mo
mo
mo
ción
ˈθjon
thyon
tensiónneutrónbutacóncolchón

Ορισμός και σημασία του "emoción"στα ισπανικά

01

συναίσθημα

reacción afectiva causada por una situación o pensamiento 
la emoción definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
emociones
Παραδείγματα
Sintió una emoción muy fuerte al ver a su madre. 

Ένιωσε ένα πολύ ισχυρό συναίσθημα όταν είδε τη μητέρα της.

02

συναρπασμός, ενθουσιασμός

sentimiento intenso de entusiasmo o anticipación ante algo 
la emoción definition and meaning
Παραδείγματα
La emoción era palpable antes del concierto. 

Το συναίσθημα ήταν αισθητό πριν από τη συναυλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store