Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La curiosidad
01
περιέργεια
deseo de saber o conocer algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La curiosidad me llevó a leer ese libro.
Η περιέργεια με οδήγησε να διαβάσω εκείνο το βιβλίο.



























