Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El optimismo
[gender: masculine]
01
αισιοδοξία, εμπιστοσύνη στο μέλλον
actitud de ver y esperar lo mejor en cualquier situación
Παραδείγματα
El optimismo puede mejorar tu salud mental.
Ο αισιόδοξος μπορεί να βελτιώσει την ψυχική σας υγεία.



























