Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emocionar
[past form: me emocioné][present form: me emociono]
01
συγκινώ, εξάπτω
sentir una emoción fuerte que causa alegría, tristeza o sorpresa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
emociono
γ΄ ενικό πρόσωπο
emociona
ενεστώτα μετοχή
emocionando
απλός αόριστος
me emocioné
παθητική μετοχή
emocionado
Παραδείγματα
Ellos se emocionaron al ver a sus familiares.
Συγκινήθηκαν όταν είδαν τους συγγενείς τους.



























