Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angustiar
01
αγχώνομαι, ανησυχώ
sentirse preocupado o nervioso por algo difícil o desagradable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
angustio
γ΄ ενικό πρόσωπο
angustia
ενεστώτα μετοχή
angustiando
απλός αόριστος
me angustié
παθητική μετοχή
angustiado
Παραδείγματα
Me angustio cuando pienso en el examen.
Αγχώνομαι όταν σκέφτομαι την εξέταση.



























