Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agobiar
[past form: me agobié][present form: me agobio]
01
κατακλύζω, πιέζω
sentirse muy cansado, preocupado o estresado por muchas cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agobio
γ΄ ενικό πρόσωπο
agobia
ενεστώτα μετοχή
agobiando
απλός αόριστος
me agobié
παθητική μετοχή
agobiado
Παραδείγματα
Me agobio pensando en el futuro.
Κουράζομαι σκεπτόμενος το μέλλον.



























