Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambicioso
01
φιλόδοξος
que tiene el deseo fuerte de lograr éxito, poder o metas importantes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ambicioso
συγκριτικός βαθμός
más ambicioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ambicioso
αρσενικό πληθυντικό
ambiciosos
θηλυκό ενικό
ambiciosa
θηλυκό πληθυντικό
ambiciosas
Παραδείγματα
Ella tiene un espíritu ambicioso desde niña.
Έχει φιλόδοξο πνεύμα από παιδί.



























