agachar
a
a
a
ga
ɣa
gha
char
ˈʧaɾ
char
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "agachar"στα ισπανικά

agachar
01

σκύβω, καθίζω στα γόνατα

bajarse doblando el cuerpo hacia abajo 
agachar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agacho
γ΄ ενικό πρόσωπο
agacha
ενεστώτα μετοχή
agachando
απλός αόριστος
me agaché
παθητική μετοχή
agachado
Παραδείγματα
Me agaché para recoger las llaves. 

Σκύφτηκα για να μαζέψω τα κλειδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store