Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agachar
[past form: me agaché][present form: me agacho]
01
σκύβω, καθίζω στα γόνατα
bajarse doblando el cuerpo hacia abajo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agacho
γ΄ ενικό πρόσωπο
agacha
ενεστώτα μετοχή
agachando
απλός αόριστος
me agaché
παθητική μετοχή
agachado
Παραδείγματα
Agáchate y mira debajo de la cama.
Σκύψε και κοίτα κάτω από το κρεβάτι.



























