Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escupir
01
φτύνω, εκπτύω
expulsar saliva o líquido de la boca con fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escupo
ενεστώτα μετοχή
escupiendo
απλός αόριστος
escupí
παθητική μετοχή
escupido
Παραδείγματα
No es educado escupir en la calle.
Δεν είναι ευγενικό να φτύνεις στο δρόμο.
02
φτύνω, αποβάλλω
decir palabras con rabia y violencia, de forma brusca y desagradable
Παραδείγματα
"¡Jamás!", escupió antes de dar media vuelta y marcharse.
"Ποτέ!", έφτυσε πριν γυρίσει και φύγει.



























