Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escupir
[past form: escupí][present form: escupo]
01
φτύνω, εκπτύω
expulsar saliva o líquido de la boca con fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escupo
ενεστώτα μετοχή
escupiendo
απλός αόριστος
escupí
παθητική μετοχή
escupido
Παραδείγματα
Vi a alguien escupir en el suelo del parque.
Είδα κάποιον να φτύνει στο έδαφος του πάρκου.
02
φτύνω, αποβάλλω
decir palabras con rabia y violencia, de forma brusca y desagradable
Παραδείγματα
¿ Por qué me escupes esas palabras? Yo no tengo la culpa.
Γιατί μου φτύνεις αυτές τις λέξεις; Δεν φταίω εγώ.



























