escupir
es
es
es
cu
ku
koo
pir
ˈpiɾ
pir
esculpir

Ορισμός και σημασία του "escupir"στα ισπανικά

escupir
01

φτύνω, εκπτύω

expulsar saliva o líquido de la boca con fuerza 
escupir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escupo
ενεστώτα μετοχή
escupiendo
απλός αόριστος
escupí
παθητική μετοχή
escupido
Παραδείγματα
No es educado escupir en la calle. 

Δεν είναι ευγενικό να φτύνεις στο δρόμο.

02

φτύνω, αποβάλλω

decir palabras con rabia y violencia, de forma brusca y desagradable 
Παραδείγματα
"¡Jamás!", escupió antes de dar media vuelta y marcharse. 

"Ποτέ!", έφτυσε πριν γυρίσει και φύγει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store