Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aplaudir
[past form: aplaudí][present form: aplaudo]
01
χειροκροτώ
dar palmadas con las manos para mostrar aprobación o alegría
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aplaudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aplaude
ενεστώτα μετοχή
aplaudiendo
απλός αόριστος
aplaudí
παθητική μετοχή
aplaudido
Παραδείγματα
Nos hicieron aplaudir para animar al equipo.
Μας έκαναν να χειροκροτήσουμε για να ενθαρρύνουν την ομάδα.



























