latir
Pronunciation
/latˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "latir"στα ισπανικά

latir
[past form: latí][present form: lato]
01

χτυπάω, παλμώ

moverse rítmicamente como el corazón o un pulso
latir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lato
γ΄ ενικό πρόσωπο
late
ενεστώτα μετοχή
latiendo
απλός αόριστος
latí
παθητική μετοχή
latido
Παραδείγματα
Latir es una señal de que el corazón está funcionando.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store