latir
la
la
la
tir
ˈtiɾ
tir
morirvenirfreírrugir

Ορισμός και σημασία του "latir"στα ισπανικά

01

χτυπάω, παλμώ

moverse rítmicamente como el corazón o un pulso 
latir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lato
γ΄ ενικό πρόσωπο
late
ενεστώτα μετοχή
latiendo
απλός αόριστος
latí
παθητική μετοχή
latido
Παραδείγματα
El corazón empezó a latir rápido por el miedo. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store