Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
latir
[past form: latí][present form: lato]
01
χτυπάω, παλμώ
moverse rítmicamente como el corazón o un pulso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lato
γ΄ ενικό πρόσωπο
late
ενεστώτα μετοχή
latiendo
απλός αόριστος
latí
παθητική μετοχή
latido
Παραδείγματα
Latir es una señal de que el corazón está funcionando.



























