Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corporal
01
σωματικός
relacionado con el cuerpo o la forma física
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
corporal
αρσενικό πληθυντικό
corporales
θηλυκό ενικό
corporal
θηλυκό πληθυντικό
corporales
Παραδείγματα
El dolor corporal puede afectar la calidad de vida.
Ο σωματικός πόνος μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής.
Λεξικό Δέντρο
corporal
corpor



























