sensorial
Pronunciation
/sˌɛnsɔɾjˈal/

Ορισμός και σημασία του "sensorial"στα ισπανικά

01

αισθητηριακός, αισθητικός

relacionado con los sentidos o la percepción
sensorial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sensorial
αρσενικό πληθυντικό
sensoriales
θηλυκό ενικό
sensorial
θηλυκό πληθυντικό
sensoriales
Παραδείγματα
El entrenamiento sensorial mejora la coordinación.
Η αισθητηριακή εκπαίδευση βελτιώνει τον συντονισμό.

Λεξικό Δέντρο

sensorial
sensor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store