Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sensorial
01
αισθητηριακός, αισθητικός
relacionado con los sentidos o la percepción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sensorial
αρσενικό πληθυντικό
sensoriales
θηλυκό ενικό
sensorial
θηλυκό πληθυντικό
sensoriales
Παραδείγματα
El entrenamiento sensorial mejora la coordinación.
Η αισθητηριακή εκπαίδευση βελτιώνει τον συντονισμό.
Λεξικό Δέντρο
sensorial
sensor



























