Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tacto
01
αφή
sentido que permite percibir sensaciones mediante la piel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El tacto es uno de los cinco sentidos.
Η αφή είναι μία από τις πέντε αισθήσεις.
02
τακτ, ευγένεια
habilidad para decir o hacer algo sin ofender o molestar a los demás
Παραδείγματα
Ella explicó la situación con mucho tacto.
Εξήγησε την κατάσταση με μεγάλη τακτικότητα.



























