el olfato
Pronunciation
/ɔlfˈato/

Ορισμός και σημασία του "olfato"στα ισπανικά

01

όσφρηση

sentido corporal que permite percibir los olores
el olfato definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La pérdida del olfato puede ser un síntoma de enfermedad.
Η απώλεια της όσφρησης μπορεί να είναι σύμπτωμα ασθένειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store