Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El atraco
01
ληστεία, κλοπή με βία
robo cometido con violencia o intimidación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atracos
Παραδείγματα
El atraco ocurrió en la calle principal.
Η ληστεία συνέβη στον κύριο δρόμο.



























