Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El buscador
[gender: masculine]
01
μηχανή αναζήτησης
programa o herramienta que permite buscar información en Internet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
buscadores
Παραδείγματα
Los buscadores organizan la información de Internet.
Οι μηχανές αναζήτησης οργανώνουν τις πληροφορίες στο Διαδίκτυο.



























