enchufar
Pronunciation
/ˌɛntʃufˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "enchufar"στα ισπανικά

enchufar
01

συνδέω, προσαρμόζω

conectar un aparato eléctrico a la corriente eléctrica mediante un enchufe
enchufar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enchufo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enchufa
ενεστώτα μετοχή
enchufando
απλός αόριστος
enchufé
παθητική μετοχή
enchufado
Παραδείγματα
Enchufaron todos los electrodomésticos nuevos.
Συνέδεσαν όλες τις νέες ηλεκτρικές συσκευές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store