Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enchufar
01
συνδέω, προσαρμόζω
conectar un aparato eléctrico a la corriente eléctrica mediante un enchufe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enchufo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enchufa
ενεστώτα μετοχή
enchufando
απλός αόριστος
enchufé
παθητική μετοχή
enchufado
Παραδείγματα
Voy a enchufar la lámpara.
Πρόκειται να συνδέσω τη λάμπα.



























