Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El electrodoméstico
01
ηλεκτρική συσκευή οικιακής χρήσης
aparato eléctrico que se usa en el hogar para realizar tareas domésticas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
electrodomésticos
Παραδείγματα
No funciona ningún electrodoméstico en la casa.
Καθόλου ηλεκτρική συσκευή δεν λειτουργεί στο σπίτι.



























