continuo
con
kon
κον
tin
ˈtin
τιν
uo
wo
ουο
contiguo

Ορισμός και σημασία του "continuo"στα ισπανικά

01

συνεχής, αδιάκοπος

que no se detiene o no se interrumpe 
continuo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más continuo
συγκριτικός βαθμός
más continuo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
continuo
αρσενικό πληθυντικό
continuos
θηλυκό ενικό
continua
θηλυκό πληθυντικό
continuas
θεματικό πεδίο
sonido, temporalidad, proceso
Παραδείγματα
El ruido continuo me molesta. 

Ο συνεχής θόρυβος με ενοχλεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store