Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despedir
[past form: despedí][present form: despido]
01
απολύω, τερματίζω την εργασιακή σχέση
terminar la relación laboral con un empleado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
despido
γ΄ ενικό πρόσωπο
despide
ενεστώτα μετοχή
despidiendo
απλός αόριστος
despedí
παθητική μετοχή
despedido
Παραδείγματα
No me gusta despedir a nadie, pero a veces es necesario.
Δεν μου αρέσει να απολύω κανέναν, αλλά μερικές φορές είναι απαραίτητο.
02
αποχαιρετώ
decir adiós a alguien al irse
Παραδείγματα
Me despedí de mis padres por teléfono.
Αποχαιρέτησα τους γονείς μου στο τηλέφωνο.



























