Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despedir
01
απολύω, τερματίζω την εργασιακή σχέση
terminar la relación laboral con un empleado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
despido
γ΄ ενικό πρόσωπο
despide
ενεστώτα μετοχή
despidiendo
απλός αόριστος
despedí
παθητική μετοχή
despedido
Παραδείγματα
La empresa decidió despedir a varios empleados.
Η εταιρεία αποφάσισε να απολύσει αρκετούς υπαλλήλους.
02
αποχαιρετώ
decir adiós a alguien al irse
Παραδείγματα
Nos despedimos en la estación de tren.
Αποχαιρετήσαμε στο σταθμό του τρένου.



























