la demanda
demanda
demanda
demanda
verandarebandaIrlandabufanda

Ορισμός και σημασία του "demanda"στα ισπανικά

01

ζήτηση, αίτηση

petición o solicitud que se hace para obtener algo 
la demanda definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
demandas
Παραδείγματα
La demanda de productos electrónicos ha aumentado. 

Η ζήτηση για ηλεκτρονικά προϊόντα έχει αυξηθεί.

02

αγωγή, νομική διαδικασία

acción legal presentada ante un tribunal 
Παραδείγματα
Presentaron una demanda contra la empresa. 

Υπέβαλαν αγωγή κατά της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

demanda
manda
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store