Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La obediencia
[gender: feminine]
01
υπακοή, υποταγή
cumplimiento de órdenes o normas dadas por alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La obediencia implica respeto y responsabilidad.
Η υπακοή συνεπάγεται σεβασμό και ευθύνη.



























