Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obedecer
01
υπακούω
hacer lo que otra persona manda o indica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
obedezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
obedece
ενεστώτα μετοχή
obedeciendo
απλός αόριστος
obedecí
παθητική μετοχή
obedecido
Παραδείγματα
El soldado obedeció sin dudar.
Ο στρατιώτης υπάκουσε χωρίς δισταγμό.



























