obedecer
Pronunciation
/ˌoβeðeθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "obedecer"στα ισπανικά

obedecer
01

υπακούω

hacer lo que otra persona manda o indica
obedecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
obedezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
obedece
ενεστώτα μετοχή
obedeciendo
απλός αόριστος
obedecí
παθητική μετοχή
obedecido
Παραδείγματα
El soldado obedeció sin dudar.
Ο στρατιώτης υπάκουσε χωρίς δισταγμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store