educar
e
e
e
du
ðu
dhoo
car
ˈkaɾ
kar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "educar"στα ισπανικά

educar
01

εκπαιδεύω, ανατρέφω

enseñar normas, valores o comportamiento a una persona 
educar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
educo
γ΄ ενικό πρόσωπο
educa
ενεστώτα μετοχή
educando
απλός αόριστος
eduqué
παθητική μετοχή
educado
Παραδείγματα
Los padres deben educar bien a sus hijos. 

Οι γονείς πρέπει να εκπαιδεύουν καλά τα παιδιά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store