educar
Pronunciation
/ˌeðukˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "educar"στα ισπανικά

educar
01

εκπαιδεύω, ανατρέφω

enseñar normas, valores o comportamiento a una persona
educar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
educo
γ΄ ενικό πρόσωπο
educa
ενεστώτα μετοχή
educando
απλός αόριστος
eduqué
παθητική μετοχή
educado
Παραδείγματα
Mi abuela me educó con mucho amor.
Η γιαγιά μου με έκανε με πολλή αγάπη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store