Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
educar
01
εκπαιδεύω, ανατρέφω
enseñar normas, valores o comportamiento a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
educo
γ΄ ενικό πρόσωπο
educa
ενεστώτα μετοχή
educando
απλός αόριστος
eduqué
παθητική μετοχή
educado
Παραδείγματα
Mi abuela me educó con mucho amor.
Η γιαγιά μου με έκανε με πολλή αγάπη.



























