educado
e
e
e
du
ðu
dhoo
ca
ˈka
ka
do
ðo
dho
cargadopareadotornadosentado

Ορισμός και σημασία του "educado"στα ισπανικά

01

ευγενικός, ευγενής

que tiene buenos modales y trata a los demás con respeto 
educado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más educado
συγκριτικός βαθμός
más educado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
educado
αρσενικό πληθυντικό
educados
θηλυκό ενικό
educada
θηλυκό πληθυντικό
educadas
Παραδείγματα
Tu hijo es muy educado con los mayores. 

Ο γιος σου είναι πολύ ευγενικός με τους μεγαλύτερους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store