el jardinería
jar
xaɾ
χαρ
di
ði
δι
ne
ne
νε
ría
ˈɾia
ρια
ortografíasociologíafontaneríacarnicería

Ορισμός και σημασία του "jardinería"στα ισπανικά

El jardinería
01

κηπουρική, κηπευτική

arte o actividad de cuidar plantas y jardines 
el jardinería definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La jardinería es una actividad relajante. 

Η κηπουρική είναι μια χαλαρωτική δραστηριότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store