la jaqueca
jaqueca

Ορισμός και σημασία του "jaqueca"στα ισπανικά

01

ημικρανία

dolor de cabeza intenso y recurrente, a menudo acompañado de náuseas o sensibilidad a la luz 
la jaqueca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
jaquecas
Παραδείγματα
Sufre de jaquecas frecuentes. 

Υποφέρει από συχνές ημικρανίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store