Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La afición
01
χόμπι, ενδιαφέρον
actividad que alguien hace por diversión o interés personal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aficiones
Παραδείγματα
Mi afición favorita es leer libros.
Το αγαπημένο μου χόμπι είναι η ανάγνωση βιβλίων.
LanGeek



























