la afición
Pronunciation
/ˌafiθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "afición"στα ισπανικά

La afición
[gender: feminine]
01

χόμπι, ενδιαφέρον

actividad que alguien hace por diversión o interés personal
la afición definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aficiones
Παραδείγματα
No sabía que su afición era la jardinería.
Δεν ήξερα ότι το χόμπι του ήταν η κηπουρική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store