la afición
a
a
a
fi
fi
fi
ción
ˈθjon
thyon
adición

Ορισμός και σημασία του "afición"στα ισπανικά

01

χόμπι, ενδιαφέρον

actividad que alguien hace por diversión o interés personal 
la afición definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aficiones
Παραδείγματα
Mi afición favorita es leer libros. 

Το αγαπημένο μου χόμπι είναι η ανάγνωση βιβλίων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store